TOP 100 OF THE 00s: 1. FABLES

Writer: Bill Willingham
Artists: Marc Buckingham, Lan Medina, Steve Leialoha, Craig Hamilton

DC Comics (Vertigo)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πριγκίπισσα… Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας σιδεράς… Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό κορίτσι… Ένας νέος… Μια αλεπού… Τρία αδέρφια… Ένας βασιλιάς… Ένας λύκος…

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν όλοι αυτοί και εννιά φορές εννέα εννιάδες άλλοι τόσοι, κλεισμένοι στον ασκό των παραμυθάδων, στη μνήμη των ανθρώπων, στα μεγάλα λόγια των μεθυσμένων, στην ποδιά της μάνας, στα γένια του παππού και το νανούρισμα της παραμάνας. Και οι αφηγήσεις αυτές ψυχαγωγούσαν και δίδασκαν, γεμάτες ήρωες, κακούργους, αίμα, αγάπη, θάνατο, πότε-πότε εξιλέωση, μα πάντα ταξίδι, περιπέτεια, αλλαγή. Κατά τη δεκαετία του 1800, δυο αδέλφια από τη Γερμανία, ονόματι Jacob και Willhelm, είπαν “κρίμα τέτοιος θησαυρός να σκορπίζει και να χάνεται στον άνεμο γιατί δεν μπορείς να τον κρατήσεις μες στη χούφτα σου. Ας πιάσουμε αυτά τα έπεα πτερόεντα κι ας τα δέσουμε με χαρτί, μελάνι και σπάγκο, ώστε να ανατρέχει κανείς σε αυτά όποτε το θελήσει”. Έτσι, οι αδελφοί Grimm ξεκίνησαν την παράδοση των βιβλίων με παραμύθια στη Δύση, βιβλίων που περιείχαν “τις σωστές, αδιαμφισβήτητες εκδοχές”.

Εδώ εντοπίζεται και το μόνο, ίσως μικρό -δεν θα μάθουμε ποτέ- αμάρτημα των Grimm: η καταγραφή και συντήρηση, για το μέλλον, της “επίσημης εκδοχής”, σκουπίζοντας λίγο το αίμα από δω, εκτελώντας στο ικρίωμα την αιμομιξία και την υπέρμετρη γραφική βία από ‘κει (μπορείτε να διαβάσετε μερικές ιστορίες πιο πιστές στις αρχικές, εδώ) και διαδίδοντας τη φράση “και ζήσανε αυτοί καλά και ‘μεις καλύτερα”. Εν ολίγοις, έκαναν, με σεβασμό, το καλύτερο creative editing που μπορούσαν δυο ακαδημαϊκοί της εποχής τους και έπειτα παρέδωσαν τις ιστορίες στον κόσμο. Νομίζω ότι η επαφή των περισσότερων αναγνωστών με τη Disney και άλλες εταιρίες παραγωγής κινουμένων σχεδίων, εύκολα καταδεικνύει ότι οι επίγονοι των Grimm, αν και εμπορικά θριάμβευσαν, δεν τα πήγαν και πολύ καλά με την πιστότητα των ιστοριών.

Εν έτει 2002, λοιπόν, έρχεται ένας τύπος ονόματι Bill Willingham -ο οποίος, κατά τα ένδοξα 70’s και 80s, έκανε εικονογραφήσεις για βιβλία RPG της TSR (AGAINST THE GIANTS, FIEND FOLIO, QUEEN OF THE SPIDERS, WHITE PLUME MOUNTAIN κ.α.), πριν ξεκινήσει την ενασχόληση του με τα comics- και κάνει την ερώτηση κλειδί, σχετικά με τα κλασικά παραμύθια: “Ωραία, καλά έζησαν. Για πόσο, όμως; Στις περισσότερες ιστορίες, οι ήρωες τελειώνουν το ‘ταξίδι’ το πολύ στα 22 τους. Τί έκαναν μετά και τί τους εμπόδιζε να κάνουν ένα νέο ταξίδι;” Επίσης, εύκολα μπορεί να δεχτεί κανείς ότι οι ήρωες των παραμυθιών είναι μεταφορικά αθάνατοι, όσο υπάρχει κάποιος που θυμάται και αφηγείται την ιστορία τους. Αν, όμως, αυτό τους καθιστά και πρακτικά αθάνατους, τότε αυτό έδινε στον Bill ένα πολύ, πάααααρα πολύ μεγάλο “μετά” να γεμίσει. Η ιστορία του FABLES ξεκινά ακριβώς τη στιγμή που ο Bill Willingham αποφάσισε να κάνει πράξη την ιδέα αυτή…

Ξεκινώντας το 2002 και στην καρδιά του Manhattan, μας συστήνει εκ νέου παλιούς γνώριμους των παραμυθιών και πέρα από την παρουσία τους στον δικό μας κόσμο, μάς ρίχνει το δόλωμα του γιατί οι “ήρωες” και οι “κακοί” συνυπάρχουν, αν όχι αρμονικά, τουλάχιστον ειρηνικά στον ίδιο χώρο, με αποκορύφωμα τον (σας διαβεβαιώ, πάρα πολύ κακό, βάσει των αυθεντικών παραμυθιών) λύκο, Bigby Wolf. Δεν αφήνει τον αναγνώστη σε ανούσια αγωνία και εξηγεί: κάποτε, στους διαφορετικούς κόσμους των (δυτικών) παραμυθιών εισέβαλλαν οι ορδές του Adversary, ενός άγνωστου, σκιώδους εχθρού, ο οποίος είχε ως μοναδικό και αδιαπραγμάτευτο στόχο την άνευ όρων παράδοση του εκάστοτε κόσμου, ή τη μαζική σφαγή των πληθυσμών του, μέχρι να υποκύψουν οι επιζήσαντες. Την εποχή που η Νέα Υόρκη λεγόταν ακόμα Νέο Άμστερνταμ (περίπου 1624-1674), άρχισαν να καταφτάνουν στον κόσμο μας (“The Mundy”, ο “Κοινότοπος”, μη μαγικός κόσμος) πρόσφυγες από τους κόσμους των παραμυθιών και ίδρυσαν μια κρυφή αποικία, με το όνομα Fabletown. Καθώς η πόλη μεγάλωνε, το ίδιο έκανε και η Fabletown, χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμο ξόρκι και τέχνασμα για να κρύψει την παρουσία της από τους κοινούς ανθρώπους. Εν καιρώ, τα μη-ανθρώπινα Fables (Reynard the Fox, Bagheera, οι Τρεις Αρκούδες από τη Χρυσομαλλούσα και πολλοί άλλοι), έπρεπε να μετακομίσουν στη Φάρμα, μια ιδιοκτησία της Fabletown στα προάστια της Νέας Υόρκης, όπου δεν θα κινδύνευαν να αποκαλύψουν την ύπαρξη των εξόριστων αυτών πλασμάτων στον κόσμο των ανθρώπων.

Ο Willingham επιτυγχάνει, σχεδόν ανέλπιστα δεδομένου του μεγέθους του εγχειρήματος, να πλάσει μια πλήρως δομημένη κοινωνία απόκληρων, με φανταστικές δυνάμεις που δεν τολμούν να χρησιμοποιήσουν, παλιές έχθρες συγκρατούμενες από την ομπρέλα της “αμνηστίας για τα εγκλήματα των παραμυθιών” και την ανάγκη για επιβίωση, σεβόμενος ταυτόχρονα στον μέγιστο βαθμό την παράδοση που γέννησε τους χαρακτήρες. Ξεκινάει από κάτι μικρό, μια “απλή” αστυνομική ιστορία (με τον Bigby Wolf στο ρόλο του ντετέκτιβ), για να προχωρήσει στο περίτεχνο πλέξιμο ιστοριών αντιμετώπισης πλεκτανών, του κινδύνου έκθεσης από υπέρμετρα περίεργους θνητούς και οδηγώντας τους ήρωές του αργά και σταθερά σε σύγκρουση με τον μυστηριώδη Adversary. Κανείς χαρακτήρας δεν είναι απλά μια φιγούρα: όλοι θα έχουν τη στιγμή τους κάτω από το φως του προβολέα, ακόμη κι αν είναι η τελευταία τους, ακόμη κι αν φύγουν ως αμετανόητοι εγκληματίες.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο αρχικός στόχος ήταν να πει νέες ιστορίες με ήρωες μύθων, θρύλων και λαϊκών αφηγήσεων, μερικοί εκ των οποίων έχουν πρωταγωνιστήσει σε επικούς κύκλους, όπως αυτοί των νορβηγικών saga, των αρθουριανών μύθων και των ρωσικών παραδόσεων. Δεδομένου αυτού, είναι έντονο το ηρωικό στοιχείο, αλλά όχι προβλέψιμα και όχι με τρόπο κλισέ. Για την ακρίβεια, ο Willingham εκμεταλλεύεται τα κλισέ προς όφελός του, διατηρώντας αρχετυπικούς ρόλους και σημεία καμπής της ιστορίας (ο ήρωας, ο εχθρός, η δοκιμασία, η ύβρις, η εξιλέωση), αλλά τους μεν δίνει σε πολύ απρόβλεπτους χαρακτήρες και τα δε εμφανίζει και εξελίσσει με έναν τρόπο που να υπηρετεί την ιστορία που θέλει να πει, αντί να τον δεσμεύει στην ιστορία που έχει ήδη ειπωθεί.

Για την ακρίβεια, ένα πολύ εντυπωσιακό στοιχείο είναι ο αβίαστος συνδυασμός διαφορετικών μυθολογικών υποβάθρων και ο συγκερασμός χαρακτήρων από διαφορετικές παραδόσεις στο ίδιο πρόσωπο, όπως η Frau Tottenkinder και ο Jack Horner, οι οποίοι ενσωματώνουν, πέρα από την προαναφερθείσα ευρωπαϊκή δυτική μυθολογία, στοιχεία από ινδιάνικους μύθους, ιστορίες του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου κ.λπ. Με τη δημιουργία του spin-off, JACK OF FABLES, ο Willingham έδωσε στον εαυτό του τη δυνατότητα να εξερευνήσει και να παρουσιάσει τους μύθους της αμερικανικής δύσης, καθώς και να εξετάσει την ίδια την έννοια και την προέλευση των παραμυθιών, στο GREAT FABLES CROSSOVER, όπου το ίδιο το μέσο διάδοσης, από την προφορική παράδοση, μέχρι την αναθεώρηση και την εκτύπωση, προσωποποιείται πολλαπλά (*spoiler alert*, so I shut up).

Σχεδιαστικά, το FABLES είναι μια απόλαυση, αναμειγνύοντας ένα πολύ “Vertigo” σκίτσο με κλασσικές εικονογραφήσεις παραμυθιών, ανάλογα με τις ανάγκες. O Mark Buckingham έχει κάνει εκτενή μελέτη στους χαρακτήρες, τα χαρακτηριστικά τους ρούχα, αντικείμενα, ακόμη και “αναγκαία” στοιχεία εμφάνισης, διατηρώντας ή εκσυγχρονίζοντάς τα, όπου χρειάζεται. Το ίδιο ισχύει και για τις διάφορες παραμυθιακές τοποθεσίες, είτε πρόκειται για κόσμους ολόκληρους, είτε για συγκεκριμένες μυθικές χώρες, πόλεις, ή ακόμη και καλύβες.

Περαιτέρω, όλο το layout του comic, σελίδα-σελίδα, είναι διαμορφωμένο με “περιθώρια” φιλοτεχνημένα με θυρεούς, αραβουργήματα και επαναλαμβανόμενες σκηνές που σχετίζονται με την εκάστοτε δράση, εντείνοντας ακόμα περισσότερο την αίσθηση ανάγνωσης μιας συλλογής παραμυθιών, δίχως ωστόσο αυτό να κουράζει. Ένα τεράστιο, δε, ατού είναι η παλέτα των χρωμάτων, η οποία δεν αποκλείει κανένα, ανάλογα με τις ανάγκες: δεν φαίνεται σαν να υπάρχει αυστηρός “οδηγός χρωμάτων” για το comic, αλλά “οδηγός χρωμάτων ύφους, ατμόσφαιρας ή ακόμα και μυθολογικού υποβάθρου”.

Πριν κλείσουμε, βεβαίως, το θέμα του artwork δεν μπορούμε να παραλείψουμε την παρατεταμένη παρουσία του James Jean στα εξώφυλλα, τα οποία είναι αληθινά έργα τέχνης από μόνα τους.

Όλοι, όμως, οι άνωθεν παιάνες δεν πιστεύω ότι επαρκούν για να αιτιολογήσουν 12 συγγραφικά και 13 σχεδιαστικά Eisner Awards, καθώς και μια υποψηφιότητα για Hugo. Επίσης, είμαι της γνώμης ότι το πάντρεμα του comic με το παραμύθι οφείλει να έχει μια αμεσότητα ελεύθερη από θεωρητικολογίες και “βαθιές αναλύσεις”. Τί είναι, λοιπόν, αυτό που κάνει το FABLES σπουδαίο, το καλύτερο, κατά το COMICDOM, comic της δεκαετίας; Είναι ένα μεγάλο, πανέμορφα εικονογραφημένο παραμύθι, του οποίου ο αφηγητής έχει τη συνδρομή των παραμυθάδων μέσα από αμέτρητους αιώνες και την οποία αξιοποιεί, διατηρώντας τον πιο βασικό κανόνα της αφήγησης: μια ιστορία πρέπει να έχει αρχή, μέση, κορύφωση και τέλος και πρέπει να είναι προσβάσιμη, κατανοητή και καθηλωτική για το ακροατήριο (αν και ο Όμηρος το έλεγε πιο περίτεχνα). Το FABLES δεν πλατειάζει και δεν αποκλίνει: ο παραμυθάς ξέρει ήδη το τέλος και έχει ήδη διανύσει τον δρόμο μέχρι εκεί, πριν μας πάρει από το χέρι και μας πάει βήμα-βήμα, καρέ-καρέ στα χαρμόσυνα, τα θλιβερά, μα πάνω από όλα, τα αξιομνημόνευτα.

Καλή χρονιά σε όλους και όνειρα γλυκά.

(Ανδρέας Μιχαηλίδης)

Το σχόλιο του Mark Buckingham για την παρουσία του FABLES στη δεκάδα του Top 100:
“This is wonderful news. I feel very honored that the contributors to Comicdom.gr think so highly of Fables. When I visited Greece in 2008 to attend Comicdom Con in Athens I was touched by how many Greek fans were already enthusiastically following the series. Thank you!

After seven years Bill and I still only feel like we’ve begun to tell the stories of our huge cast of characters. I hope we can keep you equally entertained in the next decade!”