TOP 100 OF THE 90s: 2. THE SANDMAN
Writer: Neil Gaiman
Artists: Sam Kieth, Mike Dringenberg, Kelley Jones, Jill Thompson, Charles Vess et al.
DC Comics (Vertigo)
Ομολογώ ότι μου είναι αρκετά δύσκολο να γράψω για το SANDMAN με έναν τρόπο που να είναι περιεκτικός, αλλά να μην καταφεύγει σε μια ατέρμονη παράθεση χαρακτηρισμών, όπως “το σημαντικότερο opus των 90s”, “φιλοσοφία υπό μορφή comics” και άλλα τινά. Το έργο μου δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο το γεγονός ότι η πρώτη μου επαφή με το SANDMAN ήταν στην αλλόκοτη ηλικία των 16 ετών – αλλόκοτη, τόσο διότι βρίσκεται ακριβώς στη μέση της περιόδου μετάλλαξης που λέγεται εφηβεία, όσο και διότι ήταν μια περίοδος που δεν διάβαζα σχεδόν καθόλου comics.
Προσπαθήστε λοιπόν να βάλετε με το νου σας το αντίκτυπο που έχει ένα έργο χτισμένο γύρω από έννοιες όπως το υπόστρωμα της πραγματικότητας, η προσωποποίηση των ίδιων των εννοιών που αποτελούν θεμέλιους λίθους της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς και τα όνειρα σε όλες τις εκφάνσεις τους στο μυαλό ενός ευφάνταστου πιτσιρικά που περνούσε μεγάλο μέρος της μέρας του σκαρώνοντας ιστορίες για μια παρέα παρόμοιων “πλασμάτων”, των οποίων η βασική ψυχαγωγία ήταν τα Role-Playing Games. Δύσκολο; Και για μένα. Ξαναδιαβάζοντας το SANDMAN, η ενήλικη εκδοχή μου απηύθυνε έκκληση σε εκείνο τον έφηβο να τον βοηθήσει στη συγγραφή του παρόντος κειμένου, με τις τότε εντυπώσεις του. Είναι φυσικά μάταιο, καθότι η ανάγνωση του SANDMAN φωτίζει τελείως διαφορετικές όψεις του έργου, ανάλογα με την ηλικία του αναγνώστη. Η μόνη χρήσιμη συμβουλή του, ήταν αυτή που έχω ήδη αγνοήσει: “πιάσε το από την αρχή”.
Η ιστορία λοιπόν ξεκινάει με τον Sandman, ή Μορφέα, φυλακισμένο από έναν κύκλο αποκρυφιστών, οι οποίοι λανθασμένα πίστευαν ότι θα φυλάκιζαν τον ίδιο τον Θάνατο. Για 70 χρόνια περίμενε ο χρόνος να αποσπάσει το τίμημά του από αυτούς που τον φυλάκισαν και όταν η θέληση και η μαγεία τους ατρόφησε, ελευθερώθηκε και πήρε την εκδίκησή του. Εν συνεχεία, άρχισε να αναζητά και να ανακτά ένα-ένα τα αντικείμενα στα οποία είχε εμφυσήσει τη δύναμή του: το πουγκί με την Άμμο των Ονείρων, τη Μάσκα και το Πετράδι των Ονείρων. Στην πορεία ήρθε αντιμέτωπος με τις ορδές της Κόλασης, τον ίδιο τον Lucifer, καθώς και τον διαταραγμένο Dr. John Dee (όχι τον σύμβουλο της Ελισάβετ Α’), άλλως γνωστό ως Dr. Destiny.
Μετά την απελευθέρωση του Μορφέα, μαθαίνουμε ότι πρόκειται για έναν μόνο από μια οικογένεια οντοτήτων που ονομάζονται Endless και αποτελούν τις ενσαρκώσεις των πιο θεμελιωδών εννοιών της ανθρώπινης ύπαρξης (και κατ’ επέκταση, αργότερα, ειδικά όπως παρουσιάζεται στο ENDLESS NIGHTS, του Σύμπαντος). Η οικογένεια απαρτίζεται από τους Destiny, Death, Destruction, Desire, Despair, Delirium και τον ίδιο τον Μορφέα, ή Dream (ποτέ δεν κατάλαβα γιατί όλοι ξεκινούν από “D”). Τότε είναι που συναντούμε το πιο δημοφιλές αναγνωστικά και πιο επίφοβο υπαρξιακά μέλος της οικογένειας, την Death. Με ένα ενδιαφέρον twist, η Death είναι η πιο πρόσχαρη και ανθρώπινη, θεωρεί πολύτιμες τις ζωές των ανθρώπων, ακριβώς επειδή εμφανίζεται στο τέλος τους.
Κατόπιν της ανάκτησης των αντικειμένων του, ο Μορφέας επιστρέφει στο Βασίλειο των Ονείρων, προκειμένου να αποκαταστήσει τη ζημιά που έγινε εν τη απουσία του, τόσο εκεί, όσο και στον κόσμο γενικότερα. Στη διάρκεια αυτής της ιστορίας καθίσταται σαφές ότι οι ενέργειες του Μορφέα (καθώς και του Dee, όσο είχε το Πετράδι) έχουν αποτελέσματα κοσμικής κλίμακας, ενώ τα πλάσματα του βασιλείου του, απελευθερωμένα στη Γη, είναι άκρως επικίνδυνα. Για παράδειγμα, ένας και μόνο ισχυρός εφιάλτης, ο Corinthian, είναι αρκετός για να μαζέψει στο ίδιο μέρος τους πιο αιμοδιψείς κατά συρροή δολοφόνους της Αμερικής, προκειμένου να κάνουν ένα συνέδριο “ανταλλαγής απόψεων”.
Μετά από την πρώτη αυτή ιστορία, το SANDMAN βασικά αναλώνεται σε δύο ευρείς, αλληλένδετους κύκλους με πολλαπλά storylines: την προσπάθεια του Μορφέα να αλλάξει τους μάλλον άκαρδους τρόπους του και να διορθώσει τα λάθη που έχει κάνει σε όλο το διάστημα πριν την αιχμαλωσία του, την έντονα αρχαιοελληνικού τύπου τραγική πορεία που θα τον οδηγήσει σε μια αναγκαία ύβρη, με τα δύο να συνδέονται από πληθώρα σχετικών ή παρεμβαλλόμενων ιστοριών, που αντλούν έμπνευση από την ιστορία, τους μύθους, ακόμα τα φιλοσοφικά οικοδομήματα ποικίλλων πολιτισμών.
Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να
μιλήσει κανείς για το συγκεκριμένο έργο με όρους διακριτών storylines, καθότι η λεπτή ισορροπία μεταξύ ανεξάρτητων αφηγήσεων και περίτεχνα υφασμένων αλληλουχιών γεγονότων, με πληθώρα χαρακτήρων αντλούμενων από ένα παγκόσμιο πολιτισμικό υπόβαθρο, είναι κάτι το οποίο ο αναγνώστης περισσότερο αισθάνεται σαν ρίγος και αντιλαμβάνεται συνειρμικά, αντί να το σπάει σε διακριτές ενότητες.
Από τη μία, στις σελίδες του SANDMAN παρελαύνουν μορφές παρμένες από κάθε γωνιά του μυθολογικού χάρτη, από την Αφρική μέχρι τον παγωμένο Βορρά και από την Ασία μέχρι φυσικά την Αμερική, ακόμα και την “υπερηρωική μυθολογία” της DC. Το εβραϊκό στοιχείο χαίρει μιας ιδιαίτερης θέσης, καθότι τα πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, στα οποία εντοπίζει η ανθρωπότητα την καταγωγή της, βρίσκονται στο Βασίλειο των Ονείρων (ο Αδάμ, η Εύα, ο Κάιν και ο Άβελ), παίζοντας πολύ συγκεκριμένους ρόλους και επαναλαμβάνοντας πράξεις που αλλιώτικα θα “διέρρεαν” στον ανθρώπινο ψυχισμό. Υπάρχει δε ένα ολόκληρο storyline (“Season of Mists”) αφιερωμένο στην παραίτηση του Lucifer από τη θέση του Άρχοντα της Κόλασης και τις επιπτώσεις αυτής του της ενέργειας.
Από την άλλη, τα πρόσωπα και ο ρους της ανθρώπινης ιστορίας εμφανίζονται διαποτισμένα από τις παρεμβάσεις των Endless, οι οποίοι στα πλαίσια των οικογενειακών τους αψιμαχιών και προβληματισμών εξυψώνουν, καταστρέφουν ή απλά μεταλλάσσουν ζωές σημαινόντων και ασήμαντων προσώπων, τα οποία φέρουν χαρακτηριστικά που, σε πολλές περιπτώσεις, τους τραβούν όπως η φωτιά τον σκώρο.
Αυτό αντικατοπτρίζει και μια ενδιαφέρουσα αντίφαση του SANDMAN: οι Endless, τόσο δια στόματος άλλων, όσο και μέσα από τους δικούς τους ισχυρισμούς, χαρακτηρίζονται ως όντα διαφορετικά από κάθε είδους θεότητες, ως καθαρές ενσαρκώσεις εννοιών. Ωστόσο, τα μοτίβα συμπεριφοράς τους είναι έντονα αρχαιοελληνικά: έχουν πάθη, έριδες, είναι σφαλεροί και σε πολλές περιπτώσεις μικροπρεπείς. Η πραγματικότητα της κατάστασής τους εκφράζεται μία και μόνο φορά δια στόματος του ίδιου του Sandman, σε μια κρίση αυτογνωσίας, μιλώντας στην/στον Desire για τους θνητούς: “δε ρυθμίζουμε τις ζωές τους, αυτοί ρυθμίζουν τις δικές μας”. Αυτό βεβαίως δεν είναι κάτι που “ξέφυγε” στον Gaiman, αφού ο “τραγικός” κύκλος της σειράς ξεκινά από το γάμο του Ορφέα, γιου του Sandman, όπου οι Endless παρουσιάζονται με τις αρχαιοελληνικές τους περσόνες: Μορφέας, Ποτμός, Τελευτή, Όλεθρος, Επιθυμία, Απόνοια και Μανία, ενώ η τελευταία πράξη αυτής της εκτεταμένης τραγωδίας δεν θα κλείσει με τίποτε λιγότερο από τις Ευμενίδες του Αισχύλου.
Το πραγματικά ενδιαφέρον με το SANDMAN είναι ότι είναι ένα έργο τόσο μεταλλακτικό, όσο και μεταλλασσόμενο. Από τη μία, άλλαξε τελείως την αντίληψη περί (δημοφιλούς) μυθοπλασίας των comics της εποχής του και αποτέλεσε έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του Vertigo imprint, το οποίο δημιούργησε (και σε κάποιο βαθμό, φθίνοντα δυστυχώς, συντηρεί) ένα σκεπτόμενο, καινοτόμο paradigm. Από την άλλη, το SANDMAN μεταλλάσσεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο για τον ίδιο τον αναγνώστη, όσο περνούν τα χρόνια. Δεν μπορώ να μιλήσω για κανέναν άλλο, καθότι η εμπειρία είναι για τον καθένα διαφορετική: στην δική μου περίπτωση, δεν είμαι πια εκείνος ο ευφάνταστος έφηβος που έπιασε το SANDMAN στα χέρια του και γέμισε θαυμασμό, ιδέες και παράξενα όνειρα και ο σημερινός μου κυνισμός με εμποδίζει να θυμηθώ πώς είχα νιώσει. Από την άλλη, έχω διαβάσει πολλή περισσότερη ιστορία, μυθολογία και φιλοσοφία, έχω εκ των πραγμάτων ζήσει πολύ περισσότερο (ακριβώς 12 χρόνια) από εκείνο τον έφηβο και μπορώ πλέον να εκτιμήσω τελείως διαφορετικές πτυχές του συγκεκριμένου έργου.
Πιθανολογώ ότι σε άλλα 10 χρόνια θα εκτιμήσω πάλι κάτι τελείως διαφορετικό. Το SANDMAN παρέχει τη δυνατότητα μιας διαχρονικής διαλεκτικής σχέσης με τον αναγνώστη, η οποία εμπλουτίζεται από τα παρακλάδια που ξεπέταξαν οι πολυάριθμοι χαρακτήρες του σε άλλους τίτλους. Όπως οι οντότητες στο κέντρο του, είναι ένα έργο Ατέρμονο, αλλά θεμελιακά ανθρώπινο.















Acme Novelty Library στο 4…
Love & Rockets στο 3…
Sandman στο 2 (?)…
Ανυπομονώ να δω τί ήταν αυτό που κατάφερε να ξεπεράσει τα τρία που προηγήθηκαν…
Σε γενικές γραμμές πάντως θεωρώ πως η λίστα των 90s ήταν πολύ καλύτερη από αυτή των 00s. Και υποτίθεται πως η δεκαετία του 90 δεν ήταν και απ’τις καλύτερες για τα comics…
Μπράβο παιδιά! Εξαιρετική δουλειά!
Υπομονή μέχρι αύριο Αλέξανδρε. Πρώτα θα σε ευχαριστήσω για τα καλά σου λόγια και μετά θα διαφωνήσω μαζί σου για τα 90s, καθώς θεωρώ ότι ήταν μια εξαιρετική δεκαετία για τα καλά comics. Απλά υπήρχαν, λόγω του όγκου των εκδόσεων και πάρα πολλά απαράδεκτα.
Πέρι Δ (και με επέκταση στο D) θεωρείται ένα γράμμα με μαγική/ψυχολογική/μεταφυσική δύναμη. Γι’ αυτό τα μεγάλα μαντεία είχαν όνομα που ξεκινούσε από Δ. Παραπέμπει και στο τρίγωνο (πυραμίδες) με ανάλογη δύναμη. Από την άλλη όπως είπε ο Gaiman σε μια συνέντευξή του, απλά έτυχε το γράμμα, πράγμα που δε συμβαίνει σε καμιά άλλη γλώσσα. Ψευδοσυμβολισμος ή τύχη, πέτυχε ένα έξυπνο τπικ.
Σ’ ευχαριστ’ω Hulk (I had left my occult reference guide in my other pants).
Πρωτο το From Hell? Δεν το περιμενα. Ημουν 100% σιγουρος οτι πρωτο θα ηταν το sandman και 2ο-3ο το From Hell,
Οπως επισης περιμενα να ηταν στη δεκαδα και το 300 (παρ’οτι προσωπικα δεν μου αρεσει καθολου).
Anyway, ανυπομονω και για το τοπ των 80′s (maybe next year)!
Καλη δουλεια παιδες!
Δεν πιστεύω με τίποτα,ότι όλα ξεκινούν από Δ λόγω τύχης.Ο Gayman δεν έχει αφήσει ποτέ τίποτα στην τύχη,μου φαίνεται αδιανόητο να άφησε αυτό. Όσον αφορά τους Έλληνες τώρα.Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν βουτηγμένοι στον αποκρυφισμό και στα μαθηματικά,ιδιαίτερα στη Γεωμετρία.Αυτό μάλλον ξεκινά από τους Πυθαγόρειους, την πιο δημοφιλή σέκτα οι οποίοι για όσους δεν γνωρίζουν, είχαν ως σύμβολο την πεντάλφα διότι θεωρούσαν ότι αντιπροσώπευε την τελειότητα -το γιατί θέλει πολλά μαθηματικά για να σας το εξηγήσω- και φυσικά ένα από τα αγαπημένα τους σχήματα ήταν ήταν το ισόπλευρο τρίγωνο (το ορθογώνιο τους έκαψε τελικά). Σιγά σιγά αυτό πέρασε και σε όλη την Υπόλοιπη Ελλάδα με αποτέλεσμα το ισόπλευρο τρίγωνο να θεωρείτει σύμβολο τελειότητας.Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της «ιερής γεωμετρίας» είναι τα ιερά των Κάβειρων (θεοτήτων που δεν γνωρίζουμε) στην Σαμοθράκη ,στην Λήμνο και στην Θάσο.Οι θέσεις που βρίσκονται αυτά σχηματίζουν ισόπλευρο τρίγωνο. Και επίσης ισχύει αυτό για τα μαντεία που αναφέρθηκε πιο πάνω.
“”"Ο Gayman δεν έχει αφήσει ποτέ τίποτα στην τύχη,μου φαίνεται αδιανόητο να άφησε αυτό. “”"
ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!!!
ΑΓΓΕΛΕ ΝΑΣΑΙ ΚΑΛΑ!!!!ΟΛΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ!
Να προσθέσω ότι το συγκεκριμένο comic ανέδειξε την αξία του lettering. Δεν νομίζω ότι τα προηγούμενα χρόνια letterer αναγγνωρίστηκε τόσο όσο ο Todd Klein ανάμεσα στους αναγνώστες.
Ακόμα κατά βάση πιστεύω ότι το συγκεκριμένο comic απευθυνόταν κυρίως στους αναγνώστες superhero comics. Η δομή του και η τεχνική του είναι τέτοια. Γι’ αυτό και λατρεύτηκε κυρίως από αυτούς, γιατί είδαν έναν κόσμο πιο λογοτεχνικό, πιο ώριμο, τη δημιουργία φαντασιακών κόσμων που υπήρχαν στα superhero comics, αλλά πάντα έμεναν αδιαμόρφωτοι λόγω της ανάγκης πρωτοκαθεδρίας του action στοιχείου. Και ειδικά από τους αναγνώστες της marvel που έψαχναν βαθύτερα νοήματα στα superhero comics που διάβαζαν ήδη από τη δεκαετία του 70 όπως dr strange, warlock και captain marvel του starlin.
Τα storylines του όμως δεν είναι όλα εξίσου καλά. Όσο καλά τα κατφέρνει με την πρόζα του ο Gaiman στα self-contained issues, όπως π.χ. στο calliope, dreams of a thousand cats, midsummers nightdream, στα τεύχη που πρωταγωνιστεί ο Αυγουστος και ο Norton ή ο άνθρωπος που θέλει να ζήσει αιώνια, τόσο από άποψη plotting, scripting kai συνοχής, τόσο άνισα είναι τα story arc του που καταλαμβάνουν περισσότερα τεύχη και το seasons of mist είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, όπου μια καλή ιδέα αναλώνεται σε δήθεν βαθείς, λεπτούς αλλά εν τέλει χωρίς νόημα, διαλόγους ενώ και η λύση που δίδεται ήταν απολύτως προβλέψιμη!
Πάντως ένα σίγουρα αξιοσημείωτο και χαρακτηριστικό comic των 90′s αν και μάλλον συνολικά το books of magic ήταν καλύτερο!
Το σχόλιο για το lettering είναι ελαφρώς ανακριβές. Η τιμή αυτή ανήκει στον Ken Bruzenak για τη δουλειά του στο American Flagg του Howard Chaykin, μερικά χρόνια νωρίτερα. Εκείνη ήταν η πρώτη φορά που κριτικοί και αναγνώστες σκέφτηκαν πως το ίδιο το lettering μπορεί να είναι “art”.
Όσο για το αν το Sandman απευθυνόταν σε superhero writers, συμφωνώ ως προς την πρόθεση του δημιουργού, αλλά όχι τόσο ως προς το αποτέλεσμα και την ευρύτητα αυτού. Το Sandman, πούλαγε μέτρια, μέχρι να το ανακαλύψουν οι “αναγνώστες που δεν διάβαζαν superhero” (εν πολλοίς, δεν διάβαζαν καν comics).
Αν πιστεύεις πως το Sandman έπιασε ποτέ μεγάλο (ή έστω “μετρήσιμο”) κοινό από τους -τότε- αναγνώστες της Marvel (ένα εντελώς διαφορετικό species από οτιδήποτε έχετε δει ή φανταστεί – ο όρος Marvel Zombie δεν είναι τυχαίος!), κάνεις μεγάλο λάθος.
Όσο για την ανισότητα του Sandman, θα συμφωνήσω μαζί σου και θα ξαναπώ κάτι που κατά καιρούς με έχει βάλει σε μπελάδες. Ο Gaiman ουσιαστικά έμαθε να γράφει μέσα από το Sandman! Οι διαφορές στην τεχνική αρτιότητα των σεναρίων του από την αρχή ως το τέλος είναι τρομακτικές. Τα πρώτα τεύχη είναι γραμμένα από “ταλαντούχο πρωτοετή σχολής fiction writing”, ενώ τα τελευταία από έναν φτασμένο και ολοκληρωμένο συγγραφέα.
(Προς θεού, δεν θέλω να πω ότι π.χ. το τεύχος 64 είνα απαραιτήτως καλύτερο από το τεύχος 14 (τυχαία και τα δύο νούμερα). Για να είναι ένα comic “καλό ανάγνωσμα”, δεν αρκεί μόνο η τεχνική τελειότητα, αλλά χρειάζονται και αρκετά άλλα πράγματα.)
Πάντως, σε καμία περίπτωση το Books Of Magic δεν ήταν καλύτερο από το Sandman. Δεν μπορώ να φανταστώ καν ότι ζω σε έναν κόσμο όπου τα δύο αυτά πράγματα μπαίνουν σε σύγκριση. Miles away…
Να πω κι εγώ το αιρετικό μου: δεν μπορώ να διαχωρίσω μεταξύ των δύο. Το SANDMAN σίγουρα κερδίζει στο craft, αλλά το BOOKS OF MAGIC με άγγιξε πολύ περισσότερο.
@Δημήτρης Για την αξία του Ken Bruzenak δεν διαφωνήσω. Άλλωστε πιστεύω ότι και πριν από αυτών υπήρχαν δείγματα lettering που μπορούσαν να αναχθούν σε αυτόνομη τέχνη εντός του συνόλου που λέγεται cοmic . Μιλάω για καθολικότητα της αναγνώρησης. Παρεπιμπτώντος η αυτονόμηση των υπολοίπων συστατικών στοιχείων μιας ιστορίας τη δεκαετία του 90 όπως το pencilling, inking, ακόμα και το colouring όχι ως πραγμάτωση ενός plot αλλά αυτοδύναμα ως ξεχωριστή τέχνη, οδήγησε στην υπερεκτίμηση της αξίας τους με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν εξαμβλώματα όπως η Ιmage (τουλάχιστον στην πλειοψηφία των τίτλων της).
Ποτέ δεν είπα ότι η πλειοψηφία των αναγνωστών του sandman ήταν marvel freaks. Δεν ήταν καν αναγνώστες comics. Το διάβαζαν εν πολλοίς κάτι “goth” τύποι και τύπισσες και κάτι darkηδες που έβλεπαν στην deathlike απεικόνηση του Morpheus κάτι που τους θύμιζε τον Rozz Williams, εποχή που δεν έζησαν άλλα που τους έλεγαν τα μεγαλύτερα αδέρφια τους, ενταγμένο στο grunge του καιρού εκείνου. Αποτέλεσε ένα φετίχ μιας subculture, to opοίο δεν είναι κακό, αλλά δεν νομίζω ότι πλειοψηφία αυτών έμειναν αναγνώστες comics. To ίδιο συνέβει και με το crow του ο’barr. Αλλώστε και γω το Dork to αγόρασα γιατί στο εξώφυλλο του πρώου τεύχους υπήρχε ένας τύπος με μπλούζα melvins. Αλλά από εκεί και πέρα μιλώντας για αναγνώστες marvel αν διαβάσει κανείς τα letter columns της εποχής προσπαθούσαν να βρουν κάτι πιο βαθύ πίσω από το superhero xaρακτήρα, κάτι που σε μαγάλο βαθμό εκπλήρωθηκε 10-15 χρόνια αργότερα με το sandman. Γ’ αυτό και λέω λατρεύτηκε από αυτούς αδιάκριτα, που σε μεγάλο βαθμό αρνήθηκαν να δουν τα ελλαττώματα του. Αλλά από την άλλη μπορώ να κάνω και λάθος ήμουν μικρός τότε και μπορεί να μη θυμάμαι…
Σχετικά τέλος με το books of magic θα συμφωνήσω με τον Ανδρέα μπορεί σαν craftship να ήταν υποδεέστερο αλλά το συναίσθημα ήταν σαφώς πιο έντονο. Και στο κάτω κάτω αυτό που μετράει στην τέχνη είναι το συναίσθημα που αναδύει το έργο σ’ αυτόν που το προσλαμβάνει. Α και το watchmen από άποψη τεχνικής άψογο είναι, εμένα πάλι δεν μου λέει τίποτα…
Σε αυτό ακριβώς αναφερόμουν, όταν έλεγα για τον Bruzenak: Καθολική αναγνώριση. Αυτή ήταν η πρώτη φορά. Έχεις απόλυτο δίκιο, πάντως, σχετικά με το κακό που έκανε η αυτονόμηση των επί μέρους στοιχείων της δημιουργίας ενός comic.
Είμαι βέβαιος πως ούτε εγώ υποστήριξα πότέ ότι “η πλειοψηφία των αναγνωστών του Sandman ηταν Marvel Freaks”, οπότε μου απαντάς σε κάτι που δεν ισχυρίστηκα ποτέ. Αυτό που είπα είναι ότι οι τότε αναγνώστες της Marvel δεν είχαν ποτέ το Sandman στο ραντάρ τους. Ούτε καν ένα μικρό ποσοστό αυτών. Και πίστεψε με, ούτε καν το 1% των Marvel Zombies της εποχής δεν “προσπαθούσε να βρει κάτι πιο βαθύ”, υπό την έννοια του “αναζητούσαν πιο ενήλικα comics”. Αυτό που έψαχναν είναι πιο “ενήλικα” SUPERHERO comics. Τα οποία τα βλέπουμε μέχρι και σήμερα…
Δυστυχώς, ο μέσος αναγνώστης υπερηρωικών comics δεν κάνει το φυσιολογικό ταξίδι “Superman μέχρι τα 12, X-Men μέχρι τα 15, Sandman μέχρι τα 19 και μετά περνάω σε πραγματικά ενήλικα comics”.
Ο μέσος αναγνώστης υπερηρωικών comics διαβάζει superheroes μέχρι να πεθάνει και έχει την απαίτηση να “ωριμάζουν” και να “ενηλικιώνονται” και οι χαρακτήρες μαζί του. (Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διαβάζει και indie.alternative, αλλά εννοεί comics σαν το Hellboy, το Savage Dragon, το Chew και το Goon.)
Agree to disagree στο θέμα Books Of Magic/Sandman, αλλά γενικά διαφωνώ (ή έστω δε συμφωνώ 100%) με το όλο ζήτημα τέχνη/τεχνική. Κατ’ εμέ, αυτά είναι θέματα που πρέπει πάντα να κρίνονται κατά περίσταση και κανόνες γενικού τύπου δεν έχουν καμιά αξία.
Πάντως για το Watchmen συμφωνούμε