ΤΟP 100 OF THE 80s: 3. LOVE AND ROCKETS

Writers/Artists: Jaime, Gilbert & Mario Hernandez
Self published, Fantagraphics

Έχουμε γράψει δεκάδες φορές εδώ στο Comicdom για το πώς αυτό που ξεκίνησε ως οικογενειακή υπόθεση των αδερφών Hernandez (Jaime, Gilbert και Mario) κατέληξε να αποτελεί μια από τις σημαντικότερες ανθολογίες, όχι μόνο της δεκαετίας του ’80, αλλά και της Ιστορίας του Μέσου γενικότερα. Οι λόγοι είναι πολλοί και εκτείνονται μέσα σε τρεις δεκαετίες. Και μπορούν να βρεθούν σε φανταστικές και μη τοποθεσίες. Πεταμένοι στο δρομάκι πίσω από ένα punk bar, στο ghetto μιας μεγαλούπολης. Στην κορυφή ενός λόφου, απ’ όπου μπορείς να δεις ένα φιλήσυχο χωριό με την άκρη του ματιού σου. Στη μέση της ερήμου, ποδοπατημένοι από γιγάντια τέρατα. Στο κρεβάτι δύο φιλενάδων, καταχωνιασμένοι ανάμεσα σε παλιά σεντόνια. Στα μεθυστικά μάτια μιας χωριατοπούλας που υποστηρίζει ότι έχει βρει τη συνταγή που γιατρεύει την πληγωμένη καρδιά. Στα ματωμένα χέρια μιας νεαρής περιθωριακής, η οποία εμφανίζει τα σημάδια του Χριστού από τη σταύρωση.

Οι τοποθεσίες μπορούν να είναι επίσης κι άλλες, δεκάδες. Και η αναζήτηση μοιάζει με κυνήγι θησαυρού, σαν αυτά που μας έχουν μάθει πως προσφέρουν πολλά περισσότερα οφέλη κατά τη διαδικασία. Και έτσι συμβαίνει και εδώ. Διαβάζοντας τις ιστορίες του LOVE AND ROCKETS, ο αναγνώστης ταξιδεύει στην πραγματικότητα, στη χώρα του φανταστικού και στο χρόνο, ακολουθώντας τους πρωταγωνιστές και ζώντας μαζί τους το συνηθισμένο και το παράλογο, αφήνοντας τα χρόνια, ακόμη και τις δεκαετίες να περνούν με τρόπο φυσιολογικό μπροστά από τα μάτια του.

Όλα ξεκίνησαν το 1981, σε δύο τοποθεσίες.

Η πρώτη είναι το Hoppers, μια φανταστική πόλη της California. Εκεί, ο Jaime Hernandez μας γνωρίζει δύο φιλενάδες, τη Hopey και τη Maggie. Νεαρές chicanos με παρέες που δεν ξέρεις αν πρέπει να αγκαλιάσεις ή να αποφύγεις, οι δυο πρωταγωνίστριες ζουν με αυτό που γνωρίζουμε ως punk attitude. Μεθάνε, τραγουδούν, ερωτεύονται (ενίοτε και μεταξύ τους), τα σπάνε και αναζητούν την περιπέτεια. Στον τελευταίο τομέα μοιάζουν να είναι ιδιαίτερα ευνοημένες, αφού οι σελίδες ηρεμίας (ειδικά στα πρώτα τεύχη) είναι ελάχιστες. Οι ιστορίες τους θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακόμη και συνηθισμένες, κανείς, όμως, δε θα τολμούσε να τους το πει κατάμουτρα. Και για αυτό έχει φροντίσει ο Jaime. Το punk attitude έχει ποτίσει κάθε σελίδα των ιστοριών και ο τρόπος που γίνεται η αφήγηση μπορεί να προκαλέσει το ίδιο έντονα συναισθήματα, είτε μιλάμε για μια μεταμεσονύχτια τηλεφωνική συζήτηση είτε για το ξέσπασμα μιας λαϊκής επανάστασης δίπλα από ένα εργοτάξιο στην άκρη του κόσμου.

Μεταφερόμαστε στο Palomar, ένα φανταστικό χωριό στη Λατινική Αμερική. Όπως και στο Hoppers, μπορεί οι κάτοικοι να μην περνούν τις μέρες τους με εξωπραγματικές ασχολίες, ωστόσο, ο σαματάς είναι πάντα εκκωφαντικός. Μια παρέα παιδιών βρίσκεται στο επίκεντρο, μαζί με χαρακτήρες που θα βρίσκονταν σε κάθε χωριό. Ο σοφός, ο επικίνδυνος, ο τρελός, ο ρομαντικός, ο ανεπιθύμητος. Η προσοχή του αναγνώστη επικεντρώνεται αναγκαστικά στις σκανταλιές των πιτσιρικάδων, εξοστρακίζεται, όμως, συχνά-πυκνά προς τις σχέσεις ανάμεσα στους κατοίκους του χωριού, αυτών που έχουν προηγούμενα μεταξύ τους και αυτών που μόλις έχουν γνωριστεί. Μια σκανταλιά, ένας απαγορευμένος έρωτας, μια παρεξήγηση, ίσως και η ίδια η μοίρα, υποταγμένη στα δάχτυλα του Gilbert, διώχνουν για κάποιο διάστημα την ειρήνη από το χωριό και οι ισορροπίες αλλάζουν. Οι διαφορετικές ματιές, μέσα από τις οποίες βλέπουμε τα τεκταινόμενα, ποικίλουν, από την αθώα του παιδιού μέχρι την απόλυτα υποψιασμένη της βασανισμένης γυναίκας που κατέληξε να κάνει μια νέα αρχή στο Palomar. Ο αναγνώστης είναι καταδικασμένος να συμπαθήσει κάθε χαρακτήρα και να τον ακολουθήσει σε όλη του τη ζωή.

Επιστροφή στο Hoppers. Οι καθημερινές σχέσεις έχουν δύο δρόμους μπροστά τους, από τους οποίους αναγκαστικά πρέπει να τραβήξουν τον έναν. Κάποιες κατρακυλούν στην αποξένωση, παλιοί φίλοι χάνονται, παρεξηγήσεις έρχονται μαζί με το τίμημά τους και θάνατοι τις τερματίζουν με βία. Κάποιες άλλες συσφίγγονται, νέοι έρωτες και νέες φιλίες αντικαθιστούν παλιότερα αισθήματα. Η αντιμετώπιση της ζωής από τους πρωταγωνιστές, όμως, ελάχιστα έχει αλλάξει. Ή, τουλάχιστον, για αυτό προσπαθούν οι ίδιοι. Η ωριμότητα, όμως, πλανιέται απειλητικά από πάνω τους. Είτε επιλέξουν να πάνε με τα νερά της είτε να την αγνοήσουν, οι χαρακτήρες τους μοιάζουν να καταλαμβάνουν πάντα τα άκρα, συνθέτοντας ένα πολύχρωμο και σουρεαλιστικό μωσαϊκό. Ο χρόνος – στο μυαλό του Jaime – είναι σχετικός, οι επιδράσεις του, όμως, στους πρωταγωνιστές απόλυτα χειροπιαστές.

Κι αν στο Hoppers περνούν τα χρόνια, στο χωριό του Palomar κυλούν οι δεκαετίες! Τα πιτσιρίκια είναι οικογενειάρχες και οι νεοεισερχόμενοι έχουν πια τις δικές τους ιστορίες να αφηγηθούν. Η αθωότητα είναι η πρώτη που πέφτει θύμα, όχι μόνο του χρόνου, αλλά και των γεγονότων. Η νοσταλγία ξεκινά να αντικαθιστά τα όνειρα για το μέλλον και η διάθεση του Gilbert περιπαίζει τον αναγνώστη, υποβάλλοντάς τον σε ένα σκοτσέζικο ντους – από τη ζεστασιά των ανθρωπίνων επαφών, στην αναπόφευκτη ψυχρολουσία που φέρνει ο θάνατος, ο χωρισμός και οι αδιέξοδες σχέσεις. Κάποιοι από τους πρωταγωνιστές ήταν γραφτό να φύγουν. Άλλοι ξέφυγαν από τα στενά περιθώρια της ζωής του χωριού, άλλοι αναγκάστηκαν να περιοριστούν σε ακόμη στενότερα και άλλοι απλά σταμάτησαν να ζουν. Ακούγεται θλιβερό, αλλά δεν είναι πάντα. Η ζωή πρέπει να προχωρήσει και οι σχέσεις να αλλάξουν. Κάποιοι παλιοί γνωστοί φεύγουν, αλλά κάποιοι νέοι έρχονται. Και ο Gilbert ξέρει να χειρίζεται γεγονότα και συναισθήματα με μαεστρία, χωρίς να επιτρέψει στον αναγνώστη να μείνει για πολλή ώρα σε μια μόνο συναισθηματική κατάσταση.

Τελευταία στάση, ξανά στο Ηoppers. Και εδώ μπορεί ο αναγνώστης να παρεξηγήσει και να πιστέψει ότι κυριαρχεί η απώλεια που φέρνει ο χρόνος, είτε μιλάμε για ανθρώπους είτε για συναισθήματα. Και ίσως έτσι ακριβώς να έχουν τα πράγματα. Οι πρωταγωνίστριες του Jaime, όμως, δε φαίνονται πρόθυμες να παίξουν το παιχνίδι του χρόνου. Αντιμετωπίζουν τα πάντα (απώλεια, ωριμότητα, ευθύνες, απρόοπτα) με τον ίδιο γοητευτικό τρόπο. Για κάθε σοβαρό, αγχωμένο και απογοητευμένο χαρακτήρα, υπάρχει το ανέμελο και αρνούμενο να συμβιβαστεί αντίβαρο. Όπως ο χαρακτήρας του φανταστικού κόσμου, έτσι και ο αναγνώστης του πραγματικού δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει πώς πέρασαν τα χρόνια, χάρη στο ταλέντο του Jaime να αφηγείται και να εμποτίζει τις άκρως ρεαλιστικές ιστορίες του με δόσεις ξεκαρδιστικού σουρεαλισμού.

Δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν ο χρόνος έπρεπε να παίξει τόσο σημαντικό ρόλο στο LOVE AND ROCKETS και στις δύο βασικές ιστορίες των Jaime και Gilbert Hernandez. Αμφιβάλλω αν οι δημιουργοί (μαζί τους και ο λιγότερο προβεβλημένος στην ανθολογία, Mario) σκόπευαν να δώσουν τόση βαρύτητα στα χρόνια που περνούν, το γεγονός, όμως, ότι οι χαρακτήρες τους άρχισαν να γερνούν μαζί τους (αποτέλεσμα της επιτυχίας της ανθολογίας και της αντοχής της στο χρόνο) τους χάρισε έναν ατελείωτο καμβά, ο οποίος συμπληρώνεται ακόμη και σήμερα, με ετήσια συχνότητα.

Βέβαια, στην εισαγωγή αυτού του κειμένου, μίλησα για δεκάδες λόγους που το κάνουν σημαντικό, στις επόμενες παραγράφους, όμως, διαβάσατε πολλά για το χρόνο και το πώς αυτός κυλά στις σελίδες του LOVE AND ROCKETS. Αν νιώθετε εξαπατημένοι, μάλλον πρέπει να διαβάσετε αυτό το comic. Γιατί έτσι θα καταλάβετε τον τρόπο με τον οποίο ο χρόνος μας χαρίζει περισσότερα πράγματα απ’ όσα μας στερεί και θα γνωρίσετε από κοντά και τους υπόλοιπους λόγους. Όσο αυτός περνά στο LOVE AND ROCKETS και στις δύο βασικές ιστορίες του, ο αναγνώστης κερδίζει πολλά. Από τους… ογκόλιθους της εξαιρετικής αφήγησης και του πάντα γοητευτικού σχεδίου μέχρι τις παραμικρές λεπτομέρειες σε ένα τυχαίο panel ή σε μια έκφραση ενός εκ των χαρακτήρων.

Ο χρόνος, άλλωστε, δεν άφησε ανεπηρέαστη ούτε και την “προσωπικότητα” του comic. Το LOVE AND ROCKETS ξεκίνησε με μπόλικες δόσεις σουρεαλισμού και αθωότητας, στοιχεία που αποδείχθηκαν κατάλληλα για ένα έργο στα σπάργανά του. Όσο τα χρόνια περνούσαν, τα στοιχεία αυτά άφησαν τη θέση τους σε πιο ώριμους προβληματισμούς. Η γοητεία του comic, όμως, δε χάθηκε, μιας και πάντα οι δημιουργοί φροντίζουν να μας θυμίζουν γιατί το αγαπήσαμε και γιατί ακόμη το αγαπάμε. Η ωρίμανσή του ήρθε με τρόπο φυσικό και τα νέα στοιχεία συμπλήρωσαν περισσότερο τα παλιά παρά τα αντικατέστησαν. Δεν πρόκειται για ένα κρασί που ωριμάζει σε ένα υπόγειο και οι χημικές διεργασίες σβήνουν καθετί προηγούμενο στο πέρασμα τους. Θυμίζει περισσότερο έναν άνθρωπο που ζει, εξελίσσεται και κατασταλάζει στα θετικότερα των στοιχείων του.

(Θωμάς Παπαδημητρόπουλος)