BRAVE

Director: Mark Andrews, Brenda Chapman 
Screenplay: Mark Andrews, Brenda Chapman, Steve Purcell, Irene Mecchi
Music: Patrick Doyle
Cast: Kelly Macdonald, Emma Thompson, Billy Connolly κ.ά.
Pixar

Το φετινό καλοκαίρι περιμέναμε  πώς και πώς τη νέα ταινία της Pixar, η οποία ανήκει από καιρό (και αυτή) στη Disney. Η αφίσα έκανε κάθε κορίτσι – και αγόρι ίσως – να αναρωτιέται γιατί δε γεννήθηκε στη Σκανδιναβία για να κληρονομήσει από τον πατέρα της/του μακριά, πυρόξανθα, μπουκλέ μαλλιά και λευκό δέρμα, για να κάνει αντίθεση. Κατά τ’ άλλα, αν κάποιος δε συμβουλευόταν το Youtube για το trailer, δε θα μάντευε και πολλά για την υπόθεση, αφού ο τίτλος δε φαίνεται να είναι και πολύ ταιριαστός, προϊδεάζοντάς μας για κάτι μεγάλο και επικό, που δεν είναι όμως το ζητούμενο.

Η ιδέα της ιστορίας ανήκει στο γέννημα-θρέμμα Σκοτσέζο και μουσικό συνθέτη της, ο οποίος είναι φανερό ότι βασίστηκε στις παραδόσεις της γενέτειράς του για τον εμπλουτισμό της ιστορίας. Βέβαια, για να μεταφερθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες συνεργάστηκαν τέσσερις σεναριογράφοι και δύο σκηνοθέτες. Το αποτέλεσμα ήταν ικανοποιητικό, με μια feel good ατμόσφαιρα να διαχέεται, αλλά το ερώτημα αν η τόσο πολύπλοκη συνεργασία ήταν απαραίτητη, εξακολουθεί να υφίσταται.

Η συγκεκριμένη είναι η πρώτη από τις δεκατρείς ταινίες της Pixar που ο πρωταγωνιστικός ρόλος ανήκει σε γυναίκα – κορίτσι. Παρόλ’ αυτά, δε φρόντισαν να επενδύσουν σε πρωτότυπα χαρακτηριστικά, εκτός από την προαναφερθείσα κόμη, αλλά στο στερεότυπο του αγοροκόριτσου που προσπαθεί με μανία να αποφύγει το γάμο. Επίσης, το βασικό “πρόβλημα” συναντάται στη σχέση μητέρας και κόρης και στην επικείμενη συμφιλίωσή τους, προκειμένου να λυθεί το ξόρκι που απειλεί με άμεση εξαφάνιση την πρώτη.

Αξιολάτρευτοι, αυθεντικοί και προσεκτικά σχεδιασμένοι είναι οι περισσότεροι χαρακτήρες, όσον αφορά την κινησιολογία και την εκφραστικότητά τους. Δεν περιμέναμε τίποτα λιγότερο, άλλωστε, στον συγκεκριμένο τομέα. Από τον πελώριο, αξιαγάπητο Βίκινγκ μπαμπά-βασιλιά Fergus, έως τη φαφούτα μάγισσα-ξυλογλύπτρια  του δάσους και τα τρία μικρά, σκανταλιάρικα, καροτοκέφαλα αδερφάκια Harris, Hubert και Hamish. Η πριγκίπισσα Μerida, που κλέβει συνεχώς λαχταριστές λιχουδιές  και είναι άσσος στη τοξοβολία, και η μητέρα της, αλλά και η βασίλισσα Elinor, που διατάσσει όλο το βασίλειο με τους καλούς της τρόπους,  αποτελούν τις κεντρικές ηρωίδες, ενώ ο ανταγωνιστής απουσιάζει, κάνοντας τες να μάχονται τους εαυτούς τους και το χρόνο.

Τα τοπία είναι φυσικά φωτορεαλιστικά, χωρίς να κόβουν την ανάσα, με τις λεπτομέρειες να αναδεικνύονται σε κάθε σκηνή.  Η  αισθητική ακολουθεί τα μεσαιωνικά σκοτσέζικα πρότυπα. Ξανθοπορτοκαλοκόκκινα κοτσιδάκια ξεπετάγονται από το κεφάλι κάθε Βίκινγκ, ενώ τα παραδοσιακά κιλτ και η ασορτί κοφτή προφορά προσδίδουν το απαραίτητο χιούμορ, κάνοντάς σε να θέλεις να γελάς σε κάθε φράση. Αρκεί να μην το δείτε μεταγλωττισμένο στα ελληνικά. Το γιατί, έγκειται στον τρόπο που επιλέχθηκε το casting. Ηθοποιοί που έχουν δανείσει τις φωνές τους σε άλλα cartoons στο παρελθόν χρησιμοποιούνται κι εδώ, με αποτέλεσμα να χάνεται η μοναδικότητα του κάθε χαρακτήρα, όπως επίσης και η διασκεδαστική, σκοτσέζικη προφορά.

Η φωνή της Barbie είναι  δοσμένη στο βασικό χαρακτήρα, και της αιωνίας αντιπάλου της στη βασίλισσα, του Skinner (του κακιασμένου σεφ στο RATATOUILLE) στο βασιλιά Fergus, και του Πάτρικ (φίλου του Μπομπ Σφουγγαράκη) σε έναν από τους συμμάχους αρχηγούς. Η προσπάθεια των ηθοποιών είναι όντως αξιόλογη, αλλά αποτελεί μεγάλο μειονέκτημα το να προσπαθεί να καταλάβει κανείς τι του θυμίζει ο χαρακτήρας στην οθόνη του, αντί να συγκεντρώνεται στην υπόθεση.

Αν και η αφήγηση χαρακτηρίζεται απλή και γραμμική (το ένα γεγονός μετά το άλλο, με χρονολογική σειρά) και δεν παρουσιάζει λάθη, το αρνητικό της σημείο βρίσκεται στο ότι η πριγκίπισσα δεν ωριμάζει μέσα από “το ταξίδι του ήρωα”, ούτε ανακαλύπτει κάποια μεγάλη αλήθεια, την οποία μπορούν να μοιραστούν και οι θεατές. Ναι μεν καταφέρνει να ανατρέψει τις παραδόσεις με διπλωματικό τρόπο και να συγκινήσει, αλλά, πέρα από αυτό και το γεγονός ότι αποδεικνύει την αξία της στη μητέρα της εκτός των ορίων του καθωσπρεπεισμού, δε μας εκπλήσσει ιδιαίτερα, κάνοντας μας να αναρωτιόμαστε μήπως κάποιος άλλος τίτλος θα ήταν περισσότερο ταιριαστός – όπως προανέφερα.

Η μουσική επένδυση ταιριάζει απόλυτα και ολοκληρώνει το ξύπνημα της ενσυναίσθησης του θεατή.  Το καινοτόμο στοιχείο βρίσκεται στο καινούριο  format ήχου Dolby Atmos, που κάνει εδώ την πρώτη του εμφάνιση.

Η συγκεκριμένη  ιστορία θυμίζει ίσως περισσότερο Disney παρά Pixar, την οποία έχουμε συνηθίσει σε πιο πρωτότυπα σενάρια, αν και η απουσία του πρίγκιπα μας κρατά σε αγωνία και μας προϊδεάζει για μια ίσως επικείμενη εμφάνιση (δε θα συνεχίσω, ανακαλύψτε το μόνοι σας). Από την άλλη, ο αυθορμητισμός, το χιούμορ και οι παρεξηγήσεις σώζουν την κατάσταση και δημιουργούν απολαυστικές ανατροπές.

Το μεσαιωνικό σκωτσέζικο lifestyle, οι καρτουνίστικες μορφές και η βαριά προφορά των Βορείων προσδίδουν μοναδικότητα και εκπλήσσουν ευχάριστα, παρά τις αρνητικές εντυπώσεις που μπορεί να προκαλέσουν αρχικά. Συνιστώ ανεπιφύλακτα να τη δείτε, ανεξαρτήτως της ηλικίας σας, χωρίς να περιμένετε, ωστόσο, κάτι μεγαλειώδες.