Μπλε Κομήτης

Σκέψεις και εντυπώσεις από το πρώτο τεύχος

Πριν λίγες ημέρες πάνω από την ελληνική επικράτεια έκανε το παρθενικό του πέρασμα ο ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ. Ελάχιστοι δε θα γνωρίζετε πια για το νέο περιοδικό. Ναι, ήρθε να καλύψει ένα κενό που άφησαν πίσω τους άλλα, παλαιότερα, γνωστά και αγαπημένα έντυπα και απ’ ό,τι φάνηκε από τις πρώτες μέρες της κυκλοφορίας του, το κοινό διψούσε για κάτι τέτοιο.

Από την εποχή κυκλοφορίας των περιοδικών με ειδικές θεματικές, τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Η δυναμική του διαδικτύου προσέφερε αμεσότητα, ταχύτητα και πληθώρα στην πληροφορία, έξω από τις αποκλειστικές επιλογές των επιχειρηματιών του Τύπου. Την ίδια στιγμή η σχετικά ανέξοδη ή με ελάχιστο κόστος χρήση του web, τόσο για τους ηλεκτρονικούς πλέον εκδότες όσο και για τους αναγνώστες, επέφερε σχεδόν την πλήρη επάλειψη εντύπων από την αγορά.

Εν μέσω αυτής της συγκυρίας, ο ΚΟΜΗΤΗΣ έπεσε στον πλανήτη με πάταγο και έθεσε ένα ερώτημα. Μπορεί ένα έντυπο για τα comics να ανταποκριθεί στην εποχή; Σύμφωνα με τους εμπνευστές του, την απάντηση θα κρίνει η ποιότητα του περιεχομένου. Πράγματι, αυτή είναι η κυριότερη προϋπόθεση για ένα τέτοιο εγχείρημα, πληρούται όμως για αυτό το πρώτο αυτός τεύχος; Κρίνοντας από το εξώφυλλο (ναι, το κάνουμε αυτό και όποιος λέει το αντίθετο ψεύδεται), ο ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ κερδίζει τη “μάχη” στο μπουγαδόσχοινο του περιπτέρου. Πολύ ωραία φιλοτεχνημένο cover από τον Παναγιώτη Πανταζή, δίνει με μια ματιά την αίσθηση ότι δεν είναι ένα ακόμα pop περιοδικό. Στη συνέχεια, ξεφυλλίζοντας το, το στήσιμο και η ποιότητα της έκδοσης σε εντυπωσιάζουν. Άρα douze points για την πρώτη επαφή. Για να δούμε τώρα και το μέσα.


Προσωπικά, βρήκα εξαιρετική πάνω από τη μισή ύλη του εντύπου. Ιδιαίτερη αίσθηση μου έκαναν τα ακόλουθα έργα. Πρώτη κατά σειρά εμφάνισης, η ΚΑΡΜΑΝΙΟΛΑ (Γιώργος Φαραζής / Γλυκερία Πατραμάνη) με πρωταγωνιστή έναν φανταστικό δήμιο, στο Ναύπλιο των πρώτων χρόνων ύπαρξης του ελληνικού κράτους, όπου στο πρόσωπό του συγκεντρώνεται η κοινωνική απέχθεια, όπως ακριβώς και στους πραγματικούς συναδέλφους του της εποχής, τους πρώτους δακτυλοδεικτούμενους θεσμικούς παρίες της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Στη συνέχεια, δεσπόζουσα θέση κατέχει η ΠΑΡΑΛΟΓΗ, που είναι η μεταφορά από τον Πέτρο Ζερβό του ομώνυμου ιδιωματικού διηγήματος της καταπληκτικής συλλογής ΓΚΙΑΚ του Δημοσθένη Παπαμάρκου, ενός εκ των γονέων του ΚΟΜΗΤΗ. Ο έτερος γονέας του περιοδικού, σύμφωνα με τα λεγόμενα του editorial, Γιώργος Γούσης, μας παρουσιάζει μια ατμοσφαιρική noir ιστορία, σε δικό του σχέδιο και σενάριο, με πρωταγωνιστή τον Φιλ Ποτ. Το γνωστό μας φίλο του ποτού γέννησε πριν χρόνια η φαντασία του Παναγιώτη Μητσομπόνου, ο οποίος μετέχει και αυτός στο τεύχος με τη sci-fi δημιουργία O ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΤΗΣ, που θυμίζει Philip Κ. Dick. Περισσότερη Ε.Φ. διαβάζουμε στο ΓΥΜΝΑ ΟΣΤΑ, γραμμένο από τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και φιλοτεχνημένο από τον Μιχάλη Διαλυνά. Το πρώτο μέρος αυτής της ιστορίας μας προϊδεάζει για την εξαιρετική συνέχεια στις σελίδες επόμενου τεύχους, ενώ η δράση λαμβάνει χώρα σε μια δυστοπία, όπου ένας συμβιοτικός οργανισμός και ένας άνθρωπος γίνονται συν-θηρευτές, με γνώμονα το αμοιβαίο συμφέρον. Πολύ όμορφη και η αφήγηση των Στέλλας Στεργίου και Νίκου Κιχέμ με τίτλο 3,04 και πρωταγωνιστές πλάσματα των παραμυθιών και του fantasy.

Πέραν δε των ανωτέρω έργων, τα υπόλοιπα περιεχόμενα κινούντα σε υψηλά επίπεδα, όπως το ιδιαίτερου χιούμορ ΘΑΝΑΤΟΣ του Αντώνη Βαβαγιάννη στην πρώτη σελίδα του τεύχους.
Ωστόσο, το περιοδικό δεν περιορίζεται στα comics – μια συνέντευξη του Γιάννη Οικονομίδη, καθώς και του grafity artist Wild Drawing, έργα του οποίου κοσμούν διάφορες μεριές τη Αθήνας, συμπεριλαμβάνονται στην υπάρχουσα ύλη. Εκτός δε αυτών, το διήγημα της Ιωάννας Μπουραζοπούλου δεν κρύβω ότι μου άρεσε ιδιαίτερα. Δεν λείπουν δε και οι προτάσεις για ενδιαφέροντα comics από τον Σπύρο Γιαννακόπουλο και το Top 5 του Πέτρου Ζερβού.


Σε γενικές, λοιπόν, γραμμές, το εγχείρημα με ικανοποίησε. Αν είχα δικαίωμα παρέμβασης, ίσως να προσέθετα λίγες αλλοδαπές underground/alternative δημιουργίες που δεν βρίσκουμε το ίδιο εύκολα, αλλά και πάλι, περί ορέξεως…

Γενική παρατήρηση είναι ότι το περιεχόμενο ήρθε να συστήσει εκ νέου, όχι μόνο την έννοια της περιοδικής κυκλοφορίας μιας έντυπης έκδοσης με comics, αλλά και να επεκταθεί και στο μεγαλύτερο φάσμα της σύγχρονης ελληνικής πολιτιστικής δημιουργίας. Εκπρόσωποι της λογοτεχνίας, των comics, του street art και του cinema, εκφραστές της εκμοντερνισμένης ελληνικής pop και εν μέρει underground κουλτούρας, συνθέτουν την πολύπλευρη εικόνα του κόσμου της δημιουργίας της Ελλάδας της κρίσης. Λείπει ίσως μόνον μια αναφορά στη μουσική πραγματικότητα και τις λοιπές σύγχρονες γραφικές τέχνες, για να μιλούσαμε για μια πραγματική πολιτιστική επιθεώρηση.

Εκτιμώ, λοιπόν, ότι ο στόχος της ποιοτικής δουλειάς κερδήθηκε, όμως, αυτό σημαίνει ότι τώρα πια ο πήχης έχει ανέβει ψηλά και ότι η συνέπεια θα ορίσει τη συνέχεια. Κρίνοντας εξ ιδίων, δηλαδή σαν μέλος εκείνης της γενιάς που πρόλαβε την καλή περίοδο των περιοδικών για τα comics, από την παιδική έως και τη μετεφηβική ηλικία, χαίρομαι που το εγχείρημα δεν στάθηκε στην εκμετάλλευση της νοσταλγίας, αλλά προχώρησε σε μια σύγχρονη πρόταση. Ενδεχομένως, η ποικιλία της ύλης να προσελκύσει αναγνώστες και έξω από την κοινότητα των φίλων των comics, ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο βασικός πυρήνας των αναγνωστών είναι απαιτητικός και θα συγκρίνει συνεχώς την δουλειά που θα γίνεται μέσα σε τρεις μήνες με αυτά που καθημερινά βλέπει και διαβάζει στο internet. Για το λόγο αυτό, αξίζει να αναφέρουμε ότι, καίτοι η σχέση ποιότητας-τιμής-περιοδικότητας είναι πολύ καλή, δεδομένου ότι μιλάμε για περιοδικό τριμηνιαίο, 66 σελίδων, τα 5,90 ευρώ θα προκαλέσουν εύκολα δεύτερες σκέψεις σε μερίδα του κοινού.

Ο ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ, λοιπόν, είναι ένα εγχείρημα δουλεμένο με το μεράκι των συντελεστών του, που αποτόλμησαν να αναμετρηθούν με τις συγκυρίες, πετυχαίνοντας αξιόλογο και αξιέπαινο αποτέλεσμα. Εύχομαι το νέο “ουράνιο σώμα” που θα πλανάται στο σύμπαν των comics, τετράκις καθ’ έτος, με τις αλλαγές των εποχών δηλαδή, να έχει ένα μακρύ και ευχάριστο ταξίδι.